Επικήδειος του Α' Γραμματέως της Ιεράς Συνόδου Αρχιμ. Δωροθέου Πάπαρη

Επικήδειος του Α' Γραμματέως της Ιεράς Συνόδου Αρχιμ. Δωροθέου Πάπαρη

Σεβασμιώτατε ἐκπρόσωπε τῆς Αὑτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ἐκπρόσωπε καί τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερωνύμου, Μητροπολίτα Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως καί Πολυκάστρου κ. Δημήτριε,
Τοποτηρητά τῆς ἀπορφανισμένης Μητροπόλεως Πολυανῆς καί Κιλκισίου,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
ἀξιότιμοι ἄρχοντες τοῦ τόπου,
σεβαστοί πατέρες καί ἀδελφοί,
ἐμπρός στό σεπτό σκήνωμα τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πολυανῆς & Κιλκισίου κυροῦ Ἐμμανουήλ, ἡ ἐκφώνηση ἐπικηδείου λόγου, κατ᾽ ἐντολήν τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου μας κ.κ. Ἱερωνύμου καί τῆς περί Αὐτόν Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκφράζει πρῶτα τή βαθιά λύπη καί τή θλίψη, τόν πόνο καί τό ὁλόψυχο κατευόδιο τῶν προσευχῶν τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου μας καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (ὡς ἐκ μέρους ὅλης τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας) γιά τόν μακαριστό Ἱεράρχη· καί ἀπευθύνει στό πλήρωμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας λόγους παραμυθίας καί ὑπομνήσεις γιά τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί τῆς ζωῆς.
«Τό νά φύγω ἀπ᾽ αὐτήν τή ζωή καί νά εἶμαι μαζί μέ τόν Χριστό, εἶναι ἀσύγκριτα ἀνώτερο» ἐξομολογεῖται ὁ ἀπ. Παῦλος πρός τούς Φιλιππησίους (Φιλ. 1,23).
Ὁ Κύριος καί Θεός μας ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά συναντήσει προσωπικά-ἐκκλησιαστικά τόν καθένα μας καί νά μᾶς προσφέρει σάν χάρισμα τή δυνατότητα νά ἑνωθοῦμε μαζί Του μέ ἕνα ἄθλημα ἐλευθερίας. Μᾶς προσκαλεῖ νά ἀνταποκριθοῦμε πλήρως στήν ἀπόλυτη ἀγάπη Του μέ μιάν ἀναλογία τελείωσης, καί νά ὁμολογοῦμε μέ βαθιά ταπείνωση ἐνώπιόν Του τήν ἀφροσύνη καί τίς ἁμαρτίες, τά ὁριακά μας σφάλματα σ᾽ αὐτήν τή διά βίου ἀνταπόκριση.
Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἀγάπη καί μᾶς ἀγαπᾶ, εἶναι τό μέγα ἔλεος καί μᾶς ἐλεεῖ, εἶναι ἡ συγχώρηση καί μᾶς συγχωρεῖ, εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Πατρός καί μᾶς ἀναδέχεται διαρκῶς. Ἀναλαμβάνει ὁ Ἴδιος νά μᾶς ὁδηγεῖ μέ τόν ἑαυτό Του στό δικό Του δρόμο τέλειας κοινωνίας, στή δική Του φιλάνθρωπη βουλή τέλειας ἀγάπης, στό δικό Του προαιώνιο σχέδιο σωτηρίας: νά γίνουμε καί νά παραμένουμε (δηλ. νά γινόμαστε μέ τή χάρη Του τελειότερα) μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του.
Δυστυχῶς ἐμεῖς στήν παροῦσα ζωή προσπαθοῦμε νά ρυθμίσουμε τά πράγματα κατά τίς ἐπιλογές μας. Θρησκεύουμε ὅσο ἐμεῖς θέλουμε, ἐπιλέγοντας νά μείνουμε ἔξω ἀπό τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί τρέμουμε στή θέα τοῦ θανάτου, ἰδιαίτερα τήν περίοδο αὐτή τῆς πανδημίας πού μᾶς ἀπειλεῖ ὅλους καί ἀπαιτεῖ ἀπό ὅλους ἐξαιρετική κοινωφελή εὐαισθησία.
Ὁ Κύριος ὅμως ἐπιμένει νά παραλαμβάνει ἀνθρώπους–ὑπηρέτες στήν ἱστορική διάρκεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου Του, ὅπως εἴμαστε ὅλοι οἱ πιστεύοντες ὡς ἕνα σῶμα, ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι καί οἱ δίκαιοι στό ἕνα αὐτό σῶμα καί ὅπως εἶναι κατεξοχήν οἱ ἐπίσκοποι μιᾶς περιοχῆς γιά χάρη αὐτοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.
Αὐτό συνέβη καί στό μακαριστό Μητροπολίτη Πολυανῆς καί Κιλκισίου κυρό Ἐμμανουήλ. Ὁ Χριστός τοῦ ὑπενθύμιζε διά τοῦ ὀνόματός του ὅτι εἶναι μαζί Του, κατά χάριν ἀχώριστος ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἐκκλησιαστική καί ἐπισκοπική του παρουσία.
Τό “μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός” ὡς γεγονός, πού τόσο κατανυκτικά θά ἀρχίσουμε νά ψέλνουμε σέ λίγες μέρες (σάν ἀντίσταση στήν κοσμική ἰσοπέδωση), τό ἔφερε στό ὄνομά του καί τό ἐπιβεβαίωνε μέ τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις του καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ μακαριστός. Ἀσφαλῶς καί τό ἔνιωθε, τό ἔβλεπε, τό ζοῦσε, τό ὑπηρετοῦσε, μέ μιά λέξη τό ἤθελε διά βίου νά ἀνταποκρίνεται σ᾽ αὐτό τό σπάνιο καί ἱερό κάλεσμα.
Ἀμοργιανός στήν καταγωγή, γεννήθηκε στήν Ἑρμούπολη τῆς Σύρου τό 1953. Εἰκοσιτριάχρονος ἀποφοίτησε ἀπό τή Θεολογική Θεσσαλονίκης τό 1976 καί ἀμέσως διορίσθηκε στή μέση ἐκπαίδευση. Τό 1980 χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος ἀπό τό μακαριστό Μητροπολίτη Θήρας, Ἀμοργοῦ καί Νήσων Γαβριήλ, καί στή Μητρόπολη ἐκείνη προσλήφθηκε ὡς ἱεροκήρυκας μέ παράλληλη ὀργανική θέση θεολόγου καθηγητῆ.
Τό 1983 μετατέθηκε ὡς ἱεροκήρυκας στή Μητρόπολη Θηβῶν & Λεβαδείας, μέ ἀνάλογη μετάθεση στό Γυμνάσιο Θεσπιῶν. Τρία χρόνια μετά, ἔγινε διευθυντής τοῦ Γυμνασίου Θεσπιῶν καί τό 1992 (ἕξι χρόνια ἀργότερα) διευθυντής τοῦ Γεν. Λυκείου Θεσπιῶν.
 Ἐπί 30 χρόνια ὑπηρέτησε τήν Παιδεία ὡς θεολόγος καθηγητής, ἐνῶ παράλληλα διακόνησε τήν Ἐκκλησία μας ὡς ἱεροκήρυκας καί κατηχητής καί λειτουργός τῆς θείας Εὐχαριστίας. Καί μάλιστα γιά 26 χρόνια δίπλα στό σημερινό Ἀρχιεπίσκοπό μας κ. Ἱερώνυμο ὡς Μητροπολίτη Θηβῶν & Λεβαδείας καί γιά ἕνα χρόνο δίπλα στό σημερινό Μητροπολίτη Θηβῶν κ. Γεώργιο.
Μέ αὐτήν τήν προϋπηρεσία, ὡς λειτουργός τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκπαιδευτικός, ἐκλέχθηκε τό 2009 Μητροπολίτης Πολυανῆς & Κιλκισίου, χειροτονήθηκε στίς 17 Ὀκτωβρίου καί ἐνθρονίστηκε ἐδῶ στό Κιλκίς στίς 11 Νοεμβρίου τοῦ 2009, μέ τήν αὐτοπρόσωπη παρουσία τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου μας κ.κ. Ἱερωνύμου καί ἄλλων 15 Ἱεραρχῶν, μέ συμμετοχή ὅλου τοῦ κλήρου καί μιᾶς πολυπληθοῦς παρουσίας πιστῶν μαζί μέ τίς Ἀρχές τοῦ τόπου.
Τό ὑποσχέθηκε στόν ἐνθρονιστήριο λόγο του πρίν 11 χρόνια ὅτι θά σταθεῖ δίπλα στά παιδιά καί στούς νέους μέ τήν τόση πείρα ἀπό τή μακρά ἐκπαιδευτική του ἀνάλωση. Πραγματικά ἔδειξε μιά μεγάλη εὐαισθησία στή φιλανθρωπία καί μάλιστα γιά νέους μέ προβλήματα ὑγείας πού ἡ νοσηλεία τους στό ἐξωτερικό ἀπαιτοῦσε δυσεύρετους πόρους. Καί στάθηκε ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Ἐμμανουήλ εὐεργέτης τους, μέ ὅ,τι σήμαινε αὐτό γιά τήν οἰκογένειά τους καί τό περιβάλλον τους σάν δίδαγμα ἐκκλησιαστικῆς προσφορᾶς.
Ἔδειχνε ξεχωριστή εὐαισθησία ἀπέναντι στό Μοναχισμό καί μάλιστα στόν Ἀθωνικό, μεταβαίνοντας ὁ ἴδιος στό Ἁγιονόρος καί προσκαλώντας Ἁγιορεῖτες γιά ἐξομολόγηση τῶν πιστῶν καί ὁμιλίες, ἰδίως τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Μεριμνοῦσε προσωπικά σάν πατέρας γιά τίς κουρές τῶν ἀδελφῶν τῆς παλαίφατης Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Λόφου Κιλκίς, ὅπως καί τῆς νεοσύστατης Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ἡ εὐχή του καί ἡ μέριμνά του συνέβαλαν στήν πνευματική τους καρποφορία, κάτι πού ἔχει ἀντίκρισμα προσφορᾶς καί διάρκειας γιά τήν τοπική κοινωνία.
Τόν ἐνδιέφερε ἄμεσα μέ μιά σπάνια φιλοκαλική εὐαισθησία ἡ εὐπρέπεια τῶν ἱερῶν Ναῶν καί αὐτό θέλησε νά τό ἀποτυπώσει στή σύσταση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Κειμηλιαρχείου τῆς Μητροπόλεως.
Ὑποφέροντας ὁ ἴδιος ἀπό βασανιστική ἀρρώστια, πού προκαλεῖ ἀναπόδραστες φορτίσεις, ἔνιωθε τί σημαίνει πόνος καί ἐκ πείρας γιά τό μεγάλο πόνο ἦταν ἀθέατα φιλάνθρωπος. Προσέβλεπε στούς ἰατρούς Ἁγίους, στόν ἅγιο Λουκᾶ καί ἰδιαίτερα στή Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας φρόντισε νά στήσει τό παρεκκλήσι τῆς Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγῆς στό ἐνοριακό κτιριακό συγκρότημα τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ.
Ταλαιπωρήθηκε γιά πολλά χρόνια ἀπό τήν ἀρρώστια μέ ἀνάλογο ψυχικό ἄλγος, γιά νά φτάσει στήν τελική δοκιμασία τῆς ὁριακῆς βιολογικῆς φθορᾶς, ἀπό τήν ὁποία τόν μετακάλεσε ὁ Κύριος στήν αἰωνιότητα. Μέ κλειστό τό στόμα τοῦ σώματος καί ἀνοιχτό τό στόμα τῆς ὕπαρξης μᾶς λέει καί μᾶς ξαναλέει: «Τό νά φύγω ἀπ᾽ αὐτήν τή ζωή καί νά εἶμαι μαζί μέ τόν Χριστό, εἶναι ἀσύγκριτα ἀνώτερο».
Σ᾽ αὐτήν τήν προοπτική ὁ θάνατος εἶναι συνάντηση τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό, σύμφωνα μέ τή ρήση τοῦ ἀπ. Παύλου, μιά τέτοια ἔξοδος ἀπό τόν παρόντα κόσμο εἶναι καταξίωση τοῦ βίου, καταξίωση τῆς ὕπαρξης, μέ ἕνα ἀληθινά ἐκκλησιαστικό τρόπο.
Ἱστάμενοι ἐνώπιον τοῦ κεκοιμημένου Ἀρχιερέως, ἀναλογιζόμαστε τό πέρασμα του ἀπό τόν κόσμο μας γιά τήν ποθεινή πατρίδα. Εἴμαστε ἡ οἰκογένεια πού ἔχασε τόν πατέρα της. Καί παρακαλοῦμε τόν ἐλεήμονα Κύριό μας νά εὐλογήσει τήν ἔξοδό του ἀπό τόν παρόντα κόσμο καί νά τόν δεχθεῖ στή βασιλεία του, μακάριο Ἐπίσκοπο μεταξύ ἁγίων καί δικαίων Συνεπισκόπων.
Δέν θά μᾶς χωρίσει ἡ αἰσθητή ἀπουσία καί ἡ σιωπή του. Θά διαθέσουμε τόν τρόπο τῆς προσευχῆς, ἰδιαιτέρως τῆς νοερᾶς, τόν τρόπο τῆς μνημόνευσης ἐνώπιον τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου καί τήν ἱλαρή μετάδοση τῆς ἐλεημοσύνης πρός ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας στό ὄνομα τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου μας.
Μακαριστέ Μητροπολίτα Πολυανῆς καί Κιλκισίου Ἐμμανουήλ, ὁ Κύριος καί Θεός μας νά σέ κατατάξει στή βασιλεία Του, αὐτό παρακαλοῦμε ὅλοι μας. Νά ἔχουμε τήν εὐχή σου.