Ενθρόνιση

Ενθρόνιση

 
Ενθρονιστήριος Επιβατήριος – Εισβατήριος Λόγος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πολυανής και Κιλκισίου κ. Εμμανουήλ (11/11/2009)
Μακαριώτατε Δέσποτα και Πολυσέβαστε Γέροντα μου.
 
Σεβασμιώτατε Μητρ. Γουμενίσσης, εκπρόσωπε της Α.Π.Θ. του Οικουμενικού μας Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου και Τοποτηρητά της Ιεράς ταύτης Μητροπόλεως.
 
Σεβασμιώτατε εκπρόσωπε του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. Θεοδώρου.
Σεπτή των αγίων Ιεραρχών χορεία.
 
Κύριε Νομάρχα, Κύριοι Βουλευταί, Κύριε Δήμαρχε του Κιλκίς και λοιποί κ. Δήμαρχοι και αρχές του τόπου.
 
Κύριοι Διοικητές και λοιποί εκπρόσωποι στρατιωτικών, πολιτικών, δικαστικών και εκπαιδευτικών αρχών.
 
Λαέ του Κιλκίς και των υπόλοιπων περιοχών του Νομού μας. Αγαπητοί μου συνοδίται και τιμητικώς ευρισκόμενοι Βοιωτοί, αγαπημένοι μου Θεσπιείς και Κυκλαδίτες.
 
Μετά το συγκλονιστικό γεγονός που ζει ο κάθε επίσκοπος κατά την ημεράν της χειροτονίας του, μετά το ύψιστο αυτό γεγονός της προσωπικής του Πεντηκοστής, φρονώ ότι το γεγονός της ενθρονίσεως Του εις την καθέδρα της Μητροπόλεως Του, αποτελεί σταθμό ανεπανάληπτο δια την ζωή Του,
Την ζωή του ποιμνίου Του, την ιστορίαν της Μητροπόλεως Του, αλλά και την εν γένει ζωή και ιστορία της Εκκλησίας μας.
Διότι αυτό καθαυτό το γεγονός της αναλήψεως της επισκοπικής ευθύνης, ως αδιάσπαστης συνέχειας της αποστολικής διαδοχής, πλημμυρισμένο και καταξιωμένο με την εντολή του Κυρίου προς τους μαθητάς Του και σφραγισθέντος δια της Χάριτος του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος, δίδει το έναυσμα δια την ανυπέρβλητον δυναμικήν της Εκκλησίας που συνάγει, διδάσκει, ποιμαίνει, αγιάζει και σώζει κατ΄εικόνα Θεού πλασθέντα άνθρωπον…
Ιδού λοιπόν εγώ, απολαμβάνων και χαίρων δια την ευλογίαν της Εκκλησίας μας, την εκφρασθείσαν πατρικώς και αγαπητικώς εν Κυρίω υπό του Γέροντος μου και Σεπτού Προκαθημένου της καθ’ Ελλάδα Εκκλησίας του Χριστού μας, του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και της σεβαστής Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας, ίσταμαι εις την καθέδραν της ιστορικής Μητροπόλεως Πολυανής και Κιλκισίου, αναλαμβάνων πλέον και επισήμως τα Ποιμαντικά μου καθήκοντα.
Η τιμή μεγάλη, η ευθύνη μεγίστη αλλά η πληρότης της Χάριτος καλύπτει, ενισχύει, θεραπεύει, αναπληρεί και καθοδηγεί τον ιστάμενον εις τόπον και τύπον Χριστού, κατά τον Αγ. Ιγνάτιον τον Θεοφόρον.
Καλούμαι λοιπόν, ο χάριτι Θεού κατασταθείς Μητροπολίτης, αφενός μεν ως εκφραστής της όντως Εκκλησίας, κατά τον Άγιον Ιγνάτιον τον Θεοφόρον: όπου ο επίσκοπος εκεί και η Εκκλησία» να εκφράζω δι έργων και λόγων το μέγα της Εκκλησίας μυστήριον, να προσφέρω τον Προσφερόμενον και μηδέποτε Δαπανώμενον Κύριον και να προσφέρομαι, ίνα καταντήσωμεν πάντες εις την ενότητα της πίστεως και εις την κοινωνίαν του Αγ. Πνεύματος. (Αίτησις Θ. Λειτουργίας)
Να προσφέρομαι και να προσφέρω Χροστόν εσταυρωμένον και Αναστάντα εις όλους τους Χριστιανούς της Μητροπόλεως μου, αλλά και εις όλους τους ανθρώπους που επιθυμούν και ζητούν να ζήσουν εν Χριστώ Ιησού ή προστρέχουν και ζητούν την βοήθειαν μου, αλλά και γιατί όχι εις πάντα άνθρωπον που χρήζει παρά Θεού και ανθρώπων βοηθείας και είναι δεκτικός Αυτής.
Το της παραβολής του Καλού Σαμαρείτου δίδαγμα, δια την αγάπην προς τον πλησίον είχε, έχει και θα έχει πάντοτε την επικαιρότητα του και θα αφυπνίζει διαχρονικά τη συνείδηση των ανθρώπων δια την απάλυνση του πόνου και την θεραπείαν του πάσχοντος αδελφού, οποθενδήποτε προερχομένου.
Η φροντίδα και θεραπεία του κάθε ανθρώπου, του έγγυς και του μακράν, του γνωστού αλλά και του λιγότερου γνωστού, αποτελεί ιεράν υποχρέωσιν του Ποιμένος, αλλά και σύνολης της Εκκλησίας, δηλονότι όλων των ενεργών μελών της.
Αλλά η παραβολή του Καλού Σαμαρείτου έχει ευρύτερη συνέχεια εις την παραβολή του απολωλότος προβάτου, με τον ποιμένα να τρέχη, να αναζητά και να σώζη επαναφέροντας με κίνδυνον της ζωής του εις την ποίμνη, εις την σωτηριώδη ασφάλειαν της Εκκλησίας, το πλανηθέν πρόβατον και χαίρει ο Ποιμήν ουχί μόνον δια τα ενηνήκοντα εννέα, αλλά κυρίως δια το πρώην πλανηθέν, το εκατοστόν.
Και προχωρεί ο Κύριος μας και μας καλεί εις Δείπνον Μέγα, όπου «πολλοί οι κλητοί ολίγοι δε οι εκλεκτοί» τονιζόντας την εν λευθερία διάθεσιν του ανθρώπου δια την συμμετοχή του εις το Δείπνον μετά του Κυρίου και των αδελφών του, εις το Δείπνο, ως πρόγευσιν του Μυστικού αλλά και του εν γένει Δείπνου του παρατιθέμενου στην Αγίαν Τράπεζαν εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον ως ψυχοσωματικήν οντότητα, υπερτονίζει την αξία του ανθρώπινου προσώπου έχοντος την δυνατότητα της εν Χριστώ Θεώσεως. Θα ήτο σφάλμα λοιπόν, εάν παραμέναμε μόνο σ’ έναν δυτικόφερτο κοινωνικόσχημο φιλανθρωπικό πρόσωπο της Εκκλησίας μας και αν δεν αντιλαμβανόμεθα ότι ο σκοπός της Εκκλησίας μας και δη του Ποιμενάρχου και Επισκόπου Της, είναι η συνέχεια της ζωής του Χριστού μας (και των Αποστόλων) «ο οποίος ηθέλησε πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν Αληθείας έλθειν» (Α’ Τιμ. 2,4). Διό και εις την Κυριακήν Προσευχή μας έδωσε το υπογραμμόν «τον άρτον ημών τον επιούσιον» να ζητάμε από τον Θεόν Πατέρα μας, ως άνθρωποι σάρκα φορούντες και τον κόσμον οικούντες, αλλά και την επιθυμίαν η Βασιλεία του Θεού να έλθη εις την γημ ως και εις τον Ουρανόν, «Ελθέτω η Βασιλεία σου γεννηθήτω το θέλημα Σου, ως εν ουρανώ και επι της γης» (Ματθ. 6,10).
Ο Ποιμήν λοιπόν ο καλός, ο οποίος την ψυχήν αυτού θέτει υπέρ των προβάτων δεν δύναται να προσβλέπει εις την ικανοποίησην των αναγκών του ανθρώπου ως κατ’ εξοχήν βιολογικού όντος και με συναισθηματικήν φόρτισην να αντιμετωπίζει αυτόν, αλλά τον όλον άνθρωπον ως ον πνευματικόν, ως βασιλέα της κτίσεως, ως έχων το συναμφότερον, αθάνατη ψυχή και σώμα φθαρτό, το οποίον έχει ανάγκες υλικές αλλά συγχρόνως είναι «ναός του εν ημίν οικούντος Αγ. Πνεύματος».
Ούτω λοιπόν φροντίς και αγωνία του Ποιμενάρχου είναι η επιστροφή πρωτίστως του ασώτου εις τον πατρικόν οίκον, την Εκκλησίαν και η εκδήλωσις της χαράς και ο πανηγυρισμός της επιστροφής συνοδεύεται με την σφαγήν του μόσχου του σιτευτού, ώστε ο εορτασμός να γίνη πλήρης και η χαρά της επιστροφής εις τον οίκον του Πατρός να συνοδευτεί από την χαράν της υλικής τραπέζης.
Αυτά λοιπόν τα θεόσδοτα και θεοδίδακτα δεν μπορούν να διαφύγουν της προσοχής του Ποιμενάρχου, του Πατρός, του Μητροπολίτου, ο οποίος «χαίρει μετά χαιρόντων και κλαίει μετά θλιβομένων» (Πρβλ. Ρωμ. 12, 15). Όλα αυτά απασχολούν την σκέψιν του και συνέχουν την καρδίαν του. Η μετά αγάπης πολλής και διακρίσεως αντιμετώπισις των μικρών ή μεγάλων προωλημάτων του ποιμνίου του, είναι, και εν προκειμένω θα είναι δια τον ομιλούντα, συνεχές μέλημα και φροντίδα ανύστακτος, ως και η ιεράρχησις των πνευματικών και λοιπών αναγκών ώστε με τον πλέον συνετόν τρόπον και μέσα στα πλαίσια της ζώσης και ζωογονούσης Παραδόσεως της Εκκλησίας μας, να τίθενται εις την σωστήν βάσιν και ευρίσκουν την λύσιν των.
Δεν θα πρωτοτυπήσω εάν είπω ότι μέσα εις το ανύστακτο πατρικό ενδιαφέρον του επισκόπου δια τον λαόν που του εμπιστεύθηκε η Εκκλησία, ευρίσκεται και θα ευρίσκεται νυχθημερόν το ζωντανό ενδιαφέρον δια την νεότητα, τα παιδιά μας, την ελπίδα και την προσδοκία του αύριο των επιγενομένων που επιθυμούμε και ευχόμεθα ολοψύχως να έχουν την Χάριν και την Ευλογίαν του Παναγάθου Θεού, ώστε να διδάσκονται από τα πολλά και δυστυχώς μεγάλα σφάλματα ημών των μεγαλυτέρων, και συγχρόνως να παραλαμβάνουν παν αγαθόν, υψηλόν και τίμιον που θα τους παραδίδουμε και να το αξιοποιούν, να το καλλιεργούν και να το αυξάνουν εν Κυρίω.
Αγαπημένα μου παιδιά, νέοι του Κιλκίς και της γύρω περιοχής. Επιτρέψατε μου λόγω της πολυετούς πείρας μου εις την Μέσην Εκπαίδευσην η οποία ξεπερνά τα 30 χρόνια να τονίσω με συναίσθηση των λόγων μου, τούτο. Ουδέποτε και ουδαμού συνήντησα μαθητή μου αλλοτριωμένο και κακόβουλο. Ουδέποτε και ουδαμού συνήντησα μαθητή μου χωρίς έστω κάποιες αξίες και ιδανικά και όπου υπήρχαν προβλήματα ή έλλειψις ιδανικών, κάπου κρύβοταν, η απροσεξία, η αμέλεια, ή η κακή συμβουλή και το επιπόλαιο παράδειγμα των μεγαλυτερων.
Η αγκάλη της αγίας μας Εκκλησίας και δη της Τοπικής μας Εκκλησίας δια του Επισκόπου Της θα είναι πάντοτε αγκάλη Πατρική που αυτό τα λέγει όλα και όχι ανάγκη που θα καλύπτει ή θα καλλιεργεί την ιδιοτέλεια και τον καιροσκοπισμό αλλά αγκάλη Πατρική που θα δέχεται τον πρώτο καθάπερ και τον έσχατον και γίνεται το εφαλτήριον δια την πνευματικήν και την εν γένει πρόοδο και προκοπήν των νέων ανθρώπων.
 
Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι άγιοι Ιεράρχες,
 
Αγαπητοί μου αδελφοί εν Κυρίω,
 
Η χάρις, του Θεού μου επεφύλαξε ιδιαιτέρας ευλογίας, όπου και αν διηκόνησα ως ιερεύς και ως εκπαιδευτικός.
Η αγάπη και η εμπιστοσύνη των ανθρώπων προς την ταπεινότητα μου υπήρξαν πλούσιες. Το τέλειο και το ιδανικό βέβαια υπερβαίνει τα ανθρώπινα. Διό και λέγω ότι τυχόν πικρίες ή παράπονα του παρελθόντος ευρίσκονται εις το ελάχιστο έως το μηδαμινό.
Θερμότατα λοιπόν ευχαριστώ τους μαθητάς αλλά και όλους του χριστιανούς των νήσων των Κυκλάδων όπου υπηρέτησα, ιδιαίτερα δε της νήσου της καταγωγής μου, της Αμοργού.
Ευχαριστώ τους μαθητάς και τους χριστιανούς της Βοιωτίας και δη των Θεσπιών, όπου επί 26 και πλέον χρόνια χάριτι Θεού διηκόνησα. Κύριος οίδεν τους καρπούς της διακονίας μου εις τον ηρωικόν τόπον των αρχαίων Θεσπιών και δη εις τας καρδίας και την ζωήν των απογόνων των συγχρόνων Θεσπιέων, από τους οποίους αγαθή ανάμνηση απεκόμισα και αγαθές μνήμες θα με συνοδεύουν. Δεν λησμονώ ότι το φρόνημα των αρχαίων Θεσπιέων που και πολιτισμόν λαμπρόν εδημιούργησαν, αλλά και ηρωισμόν απαράμιλλον επέδειξαν και δη με την αυτοθυσία των εις τας Θερμοπύλας εναντίον των Περσών, με συνείχε όλα τα έτη της εις Βοιωτίας διακονίας μου και θα με συνέχει εις το μέλλον, συγκερασμένον με το ηρωικόν φρόνημα και την ιστορίαν της Μακεδονίας μας και μάλιστα την μακραίωνη ιστορική και ένδοξη πορεία του τόπου τούτου, αλλά και την προ ολίγων δεκαετιών φραφείσα και παραδοθείσα χρυσοίς γράμμασι ένδοξον ιστορίν των μαρτυρικών Μικρασιατών, Ποντίων και κατοίκων της Ρωμυλίας, οι απόγονοι των οποίων αποτελούν των θεοσεβή λαόν του Νομού Κιλκίς.
Από Δοξασμένο Χώρο της Ελλάδας μας έρχομαι και εις Δοξασμένο και αιματοβαμμένον χώρο και πάλιν της Μητρός Ελλάδος ανέρχομαι, ίνα διαποιμάνω τον ευλογημένον και περιούσιον τούτον λαόν του Κυρίου.
Διό μετά απείρου ευγνωμοσύνης και συγκινήσεως προς τον Κύριον και Δομήτορα της Εκκλησίας αναφωνώ «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος» (ύμνος της Θ. Λειτουργίας).
Εις αυτό το σημείον επιτρέψατε μου να μνησθώ, των εις την ουράνιον πολιτείαν ευρισκομένων, του αοιδίμου Γέροντος μου Μητροπολίτου Θήρας και Αμοργού κυρού Γαβριήλ, των αειμνήστων γονέων μου Μάρκου και Χρυσάνθης και της θείας μου Ευαγγελίας πρεσβυτέρας. Ιδιαίτερα δε μνεία ποιούμαι των αειμνήστων προκατόχων μου των αρχιερευσάντων θεαρέστως εις την Ιερά Μητρόπολιν ταύτην, εν οις και οι επεσχάντων εκδημήσαντες μακαριστοί Χαρίτων, Αμβρόσιος και Απόστολος. Ειή Αιωνία και αγήρω η Μνήμνη αυτών.
 
Μακαριώτατε Γέροντα μου.
 
Θα αποτελεί ίσως υπερβολή να εκφράσω δια μιαν ακόμη φορά την υϊκήν μου αγάπη προς Υμάς και τον απεριόριστο σεβασμό μου και την ευγνωμοσύνη μου δι όσα δι εμέ επράξατε τα 26 και πλέον χρόνια που διηκόνησα πλησίον σας. (Επειδή όμως το αισθάνομαι, διό το πράττω και το λέγω, χωρίς να το μετανιώνω). Υϊκώς ασπάζομαι την δεξιάν Σας και δηλώνω ότι η παρουσί σας και παραινέσεις σας κατά την επισκοπική μου διακονία θα είναι πολύτιμες. Ταπεινώς δε εύχομαι εις Υμάς Υγείν ακλόνητον και δύναμιν πολλήν παρά Κυρίου.
Σεβασμιώτατε άγιε Γουμενίσσης. Παρακαλώ διαβιβάστε προς την Α.Π.Θ., τον σεβασμόν την υϊκήν μου εν Χριστώ αγάπην και την υπακοήν μου εις τα κελεύσματα της Μητρός Εκκλησίας. Θερμάς ευχαριστίας δι’ όσα με αγάπην και ζήλον επράξατε κατά την τοποτηρητείαν. Σας είμαι ευγνώμων.
Σεβασμιώτατοι άγιοι αρχιερείς. Θερμώς ευχαριστώ δια την αγάπην Σας η οποία όντως με συγκινεί. Μεγάλη μου τιμή η παρουσία σας. Ταπεινώς εύχομαι υγείαν αδιάπτωτον και δύναμιν πολλήν προς συνέχισιν της Απόστολή Σας, αιτούμενος και προς τον Κύριον τας δι εμέ προσευχάς σας.
Σεβαστοί πατέρες και αδελφοί μου εν Κυρίω εξ. Αγ. Όρους και αλλαχού. Πολλήν χαράν και δύναμιν μου παρέχει η παρουσία σας, και θερμώς σας ευχαριστώ.
Εντιμότατοι άρχοντες. Λαέ του Κυρίου ηγαπημένε. Ιερείς τον Ύψιστον διακονούντες εις την ιεράν ταύτην Μητρόπολιν. Τέκνα εν Κυρίω περιπόθητα.
Ο πνευματικός μας σύνδεσμος ήδη άρχισε από την ημέραν της εκλογής μου ως Μητροπολίτου Πολυανής και Κιλκισίου, έφθασε εις το απόγειον του με την χειροτονία μου και εδραιούται σήμερον με την ενθρόνισίν μου.
Προς Υμάς δε αδελφοί μου, συμπρεσβύτεροι και συνδιάκονοι, ιδιαιτέρως στρεφόμενος, σας λέγω εκ μέσης καρδίας αιτούμενος την αγάπην και την άμεσον συνεργασίαν σας.
Στώμεν καλώς εις τα επάλξεις της Εκκλησίας μας και θήσωμεν εαυτούς υπέρ της δόξης του Χριστού μας και της σωτηρίας του Ποιμνίου μας. Το ελπίζω, το εύχομαι, θα αγωνίζομαι και θα προσεύχομαι δι αυτό.
Ταπεινώς εύχομαι μετά τον ενθρονισθένα Χριστόν εις τα καρδίας όλων σας, να ενθρονιστεί και ο Πατέρας και Επίσκοπος σας, να έχετε πλούσιαν την Χάριν του Κυρίου μας εις την ζωήν σας, και όλοι μαζί να αγιαζώμεθα και να εφραινώμεθα εις την αγκάλην της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής μας Εκκλησίας, πρεσβείαις της Παναχράντου και Παναγίας Μητρός μας, της Κυρίας Χοζοβιωτίσσης, της Κυρίας Πορρταϊτίσσης, των αγίων Πέντε και Δέκα Μαρτύτων εν Τιβεριουπόλη μαρτυρησάντων, πολιούχων της πόλης ταύτης, των Αγίων Μαρτύρων Μηνά, Βίκτωτος και Βικεντίου, του οσίου Πατρός Θεοδώρου του Στουδίτου και πάντων των Αγίων. Αμήν.
 

Απ' την υποδοχή του νέου Μητροπολίτου Πολυανής και Κιλκισίου κ. Εμμανουήλ
Ενθρόνιση
Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος με τον Σεβ. Μητροπολίτη κ. Εμμανουήλ
Ενθρόνιση
Ενθρόνιση
Ενθρόνιση
Ενθρόνιση
Ενθρόνιση
Ενθρόνιση
Ενθρόνιση
Ενθρόνιση
Ενθρόνιση
Ενθρόνιση
Ενθρόνιση