Από τη μία επέτειο μέχρι την άλλη

Από τη μία επέτειο μέχρι την άλλη

(στά ἡρῶα τῆς ἐθνικῆς μας ὕπαρξης)
Συμπληρώθηκαν ἤδη τά 200 χρόνια ἀπό τό ξεκίνημα τῆς μεγάλης Ἐπανάστασης τοῦ 1821 ἐνάντια στήν πιό βάρβαρη δουλεία τοῦ Γένους μας.
Ἄν δέν ἀποτολμοῦσαν κι αὐτήν τήν ἀπόπειρα οἱ πρόγονοί μας, μέ τόσες ὁριακές ἡρωϊκές θυσίες… Κι ἄν δέν τήν διακρατοῦσαν μέ τήν ἀπεγνωσμένη τους ἀποφασιστικότητα καί τήν ἀδούλωτη ἀνδρειοσύνη τους καί μέ τή μακροχρόνια κληρονομημένη πολεμική τους τέχνη σέ στεριά καί θάλασσα…
Κι ἄν δέν τήν “ὑποστήριζαν” ἐκ τῶν ὑστέρων μέ τήν πολιτική ἐπιλογή ἐκείνων τῶν τόσο δεσμευτικῶν δανείων (!)… Δέν θά προκαλοῦσαν τήν ἀναγνώριση τῶν τρανῶν τῆς γῆς γιά ἕνα νεοελληνικό κράτος, ὅπου βιωτεύουμε καί ἐνδιαιτώμεθα ἐμεῖς οἱ τωρινοί Ἑλλαδίτες. Ἦταν μιά συλλογική παράτολμη ἔκρηξη, ὄχι ἡ πρώτη βέβαια, οὔτε καί ἡ σκληρότερη, πάντως ἀπό τήν ἴδια ἀγακτισμένη λαχτάρα γιά τήν ἐλευθερία, τό πιό καίριο ἰδιοσυστατικό τοῦ ἀνθρώπινου ὑπαρκτικοῦ μας γονιδιώματος.
Ἔτσι κατέπεσε μιά τόσο ἀδυσώπητη κι ἀφόρητη τυραννία αἰώνων, πού ἀκόμη καί οἱ “πολιτισμένοι” κι οἱ ἑτερόδοξοι μᾶς ἀπομυζοῦσαν, “ἔτρωγαν ἀπό μᾶς” (κατά τό λόγο τοῦ Μακρυγιάννη) “κι ὅμως ἔμενε πάλι μαγιά ἀπό μᾶς”.
Ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ στοιχειώδης ἄμυνα τῆς θρησκευτικῆς διαφορότητας πρός ὅλες τίς πλευρές καί προπαντός ἡ ἀνεξιχνίαστη φιλάνθρωπη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, θά εἶχε σβήσει τοῦτος ὁ πολιτισμός καί ἡ ἐθνική μας συλλογικότητα, γιά τά ὁποῖα ἐγκαυχώμεθα ἀπό κάθε μόριο τῆς ἱστορικῆς μας ὕπαρξης καί προσφορᾶς.
Δοξολογοῦμε τό ὑπερύμνητο ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τιμοῦμε τούς ἁπλούστερους συναγωνιστές μέ τούς τρανούς μας ἥρωες καί τούς τρανότερους νεομάρτυρές μας, μνημονεύουμε χρεωστικά τά δεδομένα τῆς ἱστορίας.
Ὄχι γιά νά φανατιζόμεθα, ἀλλά γιά νά ἀμυνόμεθα μέ φιλότιμο καί λεβεντιά σέ μιά διεθνική ἰσοπέδωση ἐθνικῆς ἐξαφάνισης (κι ἄν προτιμᾶ τόν ὅρο κάποιος ἄλλος, πολιτισμικῆς ἐξαφάνισης).
Αὐτό δέν εἶναι φανατισμός, εἶναι μία οὐσιώδης συνιστῶσα στό πανιστορικό σκηνικό, γιατί ὁ πολιτισμός δέν εἶναι μόνο συλλογική δημιουργία, εἶναι καί συλλογική ἄμυνα καί ἀντεπίθεση δημιουργίας ἐνάντια στήν “ἀνυπαρξία”.
Γιά νά συνεισφέρουμε στήν εὐρύτερη ἱστορία τή δική μας τωρινή “κατάφαση” στήν ἐλευθερία, στήν ἐλεύθερη πολιτισμική δημιουργία, δίχως τίς περισφίξεις τῆς κάθε λογῆς καταδυναστείας.
Ὁ ἀπεγνωσμένος ρεαλισμός τοῦ σήμερα
Ὅμως, στό φαινομενικά ἑνοποιημένο, ἀλλά κατ᾽ οὐσίαν κατακερματισμένο παρόν τῆς διαδικτύωσης, ζοῦμε ὁ καθένας μέ τόν ἀτομικό του τρόπο καί τήν ψυχική του ὑπόσταση καί τήν ἀτομική ἑρμηνευτική του προσέγγιση τήν ἱστορία πάνω στήν ὁποία βηματίζουμε καί συνδημιουργοῦμε τόν πολιτισμό τοῦ σήμερα καί τοῦ αὔριο καί τοῦ μεθαύριο.
Πολλοί ὑπερμαχοῦν ὑπέρ μιᾶς παγκόσμιας εἰρήνης ἀφορμώμενοι μέ δικαιολογημένη πίκρα ἀπό τήν ἀδιέξοδη ὀδύνη τῶν λαῶν.
Φιλοσοφοῦν γιά τή φθορά καί τήν ὀσμή θανάτου πού ἀναδύεται ἀπό δοτές συλλογικές μνῆμες ἀντιπαλότητος καί ἀπό μιάν ἐπιδοτούμενη “ἐθνικιστικά” μνημοσύνη τῶν λαῶν.
Ἐν ὀνόματι τῆς πανανθρώπινης ἀδελφοσύνης στέκονται μέν μέ ἀπαρέσκεια στήν ἀσυλλόγιστη κι ἀπευκταία φθορά τοῦ καθ᾽ ἕκαστον λαόν ἀνθρωποβόρου ἑτερομίσους, ἀλλά παλεύουν νά τήν ἀντιπαλέψουν αὐτήν τή φθορά μέ τήν κοινή καί κοινωνούμενη ἀνθρωπιά, μέ τήν ἑνιαία ἰδιότητα τοῦ ἀνθρώπου πού τήν ἔχουμε ὁλότελα δική μας ὁ καθένας καί συνάμα κοινή ὅλοι μας. Σέ κάθε σπιθαμή γῆς. Τό γονιδίωμα τῆς ἑνιαίας ἀνθρωπινῆς ὕπαρξης.
Ὄχι μόνο μέσα ἀπό τήν “παγκόσμια ἡμέρα ἀνθρώπινης ἀδελφοσύνης” τοῦ ΟΗΕ, ἀλλά μέσα ἀπό τήν “παγκόσμια διάρκεια ἀνθρώπινης ἀδελφοσύνης” πού θά ἔπρεπε νά διακρατοῦμε καθημερινά στό παγκόσμιο σκηνικό.
Καί μέ αὐτήν τήν αἴσθηση καί τή συναίσθηση ὡς σημαία καί ὡς σύμβολο, ὄχι ἀσυλλόγιστα οὔτε κι ἄστοχα, οἱ ἰδεολόγοι μας ἐπιχειροῦν νά ἀνατάμουν τήν κατά τόπους καί λαούς καί περιοχές ταλαιπωρία καί νά τήν μεταποιήσουν σέ ἐφαλτήριο νέας εἰρηναίας ἀμοιβαίας προσέγγισης τῆς διανθρώπινης παρουσίας μας ἐπί τῆς γῆς.
Δέν εἶναι λάθος αὐτό. Πολύ σωστά καταγινώσκουμε τίς μείζονες εὐθύνες στίς διαχειρίσεις καί τίς μεθοδεύσεις τῶν “σπουδαίων τοῦ διεθνισμοῦ” γιά τό σήμερα τῆς οἰκονομικῆς παγκοσμιοποίησης. Μέχρι καί ὁ “φιλειρηνισμός” τῶν διεθνῶν διακηρύξεων δέν παύει νά εἶναι εὐχείρωτο ἐργαλεῖο τοῦ ἐλεγχόμενου οἰκονομικοῦ διεθνισμοῦ.
Στόχος ὁ καλύτερος ἔλεγχος στήν παγκόσμια ἀγορά. Δέν ἦταν π.χ. τυχαία μέχρι πρό τινος ἡ ἐνδυνάμωση τοῦ ρόλου τῆς Τουρκίας στό ὑπογάστριο τῆς ἄλλοτε Σοβιετικῆς Ἕνωσης καί ὡς μοχλός παρεμβατικότητας ἔναντι τῶν Ἀράβων.
Μόνο πού ὁ γείτονας, γιά νά συσπειρώσει τή λαϊκή βάση, ἐπιλέγει τό προσωπεῖο τοῦ μουσουλμανικοῦ φανατισμοῦ καί τήν ἐπεκτατική διάδραση σέ χώρους τῆς ἀλλοτινῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, κάτι πού δέν εἶναι ἐλέγξιμο οὔτε καί ἀρεστό γιά τούς σχεδιαστές τῆς παγκόσμιας ἐπικυριαρχίας.
Ἔτσι, ἀντί νά βλέπουμε μιά χαλάρωση στίς ἐντάσεις, διαπιστώνουμε ὁλοένα καί περισσότερες καταιγίδες ἐντάσεων καί περιφερειακῶν πολέμων.
Οἱ ἀπόπειρες νά πραΰνουμε τά ἀνθρώπινα πάθη καί τίς ἐθνικιστικές ἐξάρσεις καταντοῦν φευγαλέα ὄνειρα.
Ἀνεκπλήρωτες οἱ ἀγαθές ἐλπίδες ξεμακραίνουν κι ἀπό τήν τωρινή ἱστορία τῆς πανανθρώπινης διαδικτυακῆς ἐπικοινωνίας, πού κι αὐτή συνιστᾶ ἕνα διαχειρίσιμο ἐργαλεῖο τῆς παγκοσμιοποίησης.
Γιά νά γίνει διανθρώπινη καί ὅσο πιό πολύ γίνεται ἀνθρώπινη ἡ ἐπικοινωνία ἀνθρώπων καί λαῶν, ἀποδεικνύεται τελικά πώς αὐτό δέν πετυχαίνεται μέ τίς διαπολιτικές εὐκταῖες πρακτικές, οὔτε καί μέ τίς συναντήσεις καί διακηρύξεις καλῆς θελήσεως.
Ὑμνολόγημα στούς Ἁγίους, ἐθνολόγημα στούς ἥρωες

“Τό ἐμόν καί τό σόν, τό κατηραμένον τοῦτο ρῆμα” διαθέει κάθε μόριο τῆς ἀτομικῆς καί τῆς πανανθρώπινης παρουσίας (καί ὑπαρκτικῆς περιουσίας) μας. Ἄν δέν γιατρευθεῖ αὐτή ἡ ἐκπεσμένη ἐγωϊστικότητα, δέν γιατρεύονται τά μίση καί τά πάθη τῆς ἱστορίας μέ φιλοσοφίες καί ἰδεαλισμούς μόνο.
Καί γιατρειά σ᾽ αὐτήν τήν παθογένεια τῆς ἀνθρωπινῆς μας “πτωτικῆς φυσικότητας” μόνο ἡ πίστη καί ἡ σχέση μέ τόν Τριαδικό Θεό τῆς ἀπόλυτης φυσικῆς κοινωνίας μπορεῖ νά παράσχει.
Μόνο μέ τό βλέμμα τῆς καρδιᾶς ὁλάνοιχτο στό θαῦμα τῆς ἐνανθρωπήσεως καί στή διάρκεια τῆς μετοχῆς του χάρη στήν Πεντηκοστή τῆς Ἀναλήψεως, χάρη στό Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ εἰς οὐρανούς Ἀναληφθέντος, μποροῦμε νά ξαναζοῦμε τήν ἐν Χριστῷ ἑνότητα τῆς πανανθρωπότητας.
Παλεύοντας μέσα μας καί γιά τούς γύρω μας σ᾽ αὐτήν τήν προοπτική, κρατιόμαστε (δέν γίνεται ἀλλιῶς) ἀπό τήν ἱστορία, ἀπό τό “οἶδα” τῆς ζωῆς τῶν πρό ἡμῶν.
Δέν ἦταν κάποιος τυπικός ἐθνικιστής ὁ θεοφόρος οἰκουμενικός ἄνθρωπος ἅγιος Παΐσιος, ὅταν μιλοῦσε γιά τήν Ἑλλάδα καί τό πατριωτικό φιλότιμο καί τή λεβεντιά.
Ἦταν προσκυνητής μιᾶς εὐλογημένης ἱστορίας Ἁγίων καί ἡρώων, βαπτισμένης στήν κολυμβήθρα τῆς ἅγιας πίστης.
Γι᾽ αὐτό καί δέν ἀποστρεφόταν κανέναν, μά κανέναν ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τή γῆ, γιατί ὄντας χριστοφόρος καί πνευματοφόρος ἔνιωθε καί ζοῦσε καί προσευχόταν καί θυσιαζόταν γιά τόν ὅλο ἄνθρωπο, πού ὁ Χριστός διά τῆς Ἐκκλησίας κατεργάζεται, θεραπεύει, ἀποκαθιστᾶ.
Ἐκεῖνο τό “ἵνα ὦσι ἕν” τῆς Ἰωάννειας θεολογίας περί τοῦ Κυρίου καί περί τῆς σωτηρίας, τό ζοῦσε ὁ Ὅσιος, ὅπως ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἀνά τούς αἰῶνες ἐμβιώνοντας σταυρωσίμως τά ἀναστάσιμα τῆς χαρισμένης σωτηρίας.
Ἀνάλογο παράδειγμα, μά τόσο ἐξάκουστο, ἡ νεομάρτυς Μαρία Καρατάσαινα ἀπό τούς ἀναρίθμητους Ναουσαίους Νεομάρτυρες, πού θαμμένη στό λάκκο μέ τά ἰοβόλα φίδια προσδεόταν στό Θεό ὑπέρ συγχωρήσεως τῶν δημίων της!
Ἐδῶ ἔγκειται ἡ προφανέρωση τῆς ἀληθινῆς πανανθρώπινης ἑνότητας πού θά ἐκλάμψει, μόνον ὅταν ὁ Κύριος συντελέσει τό τέλος τῆς ἱστορικῆς ἀθλητικῆς μας διαχρονίας.
Ὥς τότε, προσευχόμεθα μέν λειτουργικά ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, γνωρίζουμε ὅμως μέ τή διάκριση τῆς ζωντανῆς μας πίστης πόσο ἀκόμη θά μᾶς ταλαιπωροῦν καί θά ταλαιπωρούμεθα μέσα στίς δαιμονικές κακίες τῆς φθορᾶς πού ἐπιλέξαμε καί συνεχίζουμε νά ἐπιλέγουμε ὡς πανανθρωπότητα.
Ὄχι στά λόγια, ἀλλά στό ἀσυνείδητο τῶν βιωματικῶν μας παθῶν καί στό συνειδητό τῶν καθημερινῶν πρακτικῶν μας.
Ἔναντι αὐτῆς τῆς φθορᾶς, ἔχοντας κατά νοῦν τό μόνο γιατρικό, τό Χριστό μας, πορευόμεθα καί συμπορευόμεθα καί διαπορευόμεθα τίς διαδρομές τοῦ πολιτισμοῦ μας, τῆς ἐθνικῆς μας λαμπρῆς ἱστορίας, τῶν δικαίων τοῦ λαοῦ μας, τῶν αἱμάτινων ἡρώων μας, διαμελισμένων καί πληγιασμένων γιά νά ἀποτρέψουν τή διαρπαγή τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας.
Τούς ἐνοπτριζόμεθα (καί πρέπει νά τούς ἐνοπτριζόμεθα) μέ δέος, μέ θαυμασμό, μέ εὐγνωμοσύνη, μέ διάθεση ἀναλογικῆς αὐτοπροσφορᾶς μέχρις ἐσχάτων ἄν ποτε χρειασθεῖ, ἀλλά πάντως μέ διάθεση κοινωνικῆς διακονίας καί μαρτυρίας καί συμμετοχικότητας στό χρειῶδες τῆς ἐπικαιρότητας.
Ἐπισυντρέχοντας τόν πολιτισμό τῆς δημιουργίας καί συνδημιουργίας σέ ἕναν κόσμο πού ζηλεύει τό ὄμορφο, γιατί τό ἀποστερεῖται στή μικροπρέπειά του, κι ὅμως τό ἀποζητεῖ κατά βάθος.
Μέ αὐτές τίς σκέψεις (ἱστορικές καί θεολογικές), γονατίζουμε καί φιλοῦμε τό χῶμα πού πότισαν μέ θυσίες καί αἵματα οἱ ἥρωες τῆς πολύνεκρης Μάχης Κιλκίς-Λαχανᾶ, πού φέτος τιμοῦμε τήν 108η ἐπέτειό της καί τούς ξαναβλέπουμε μπροστά στή συλλογική μας ἐθνική συνείδηση σάν νά παλεύουν μπροστά στά μάτια μας γιά μᾶς τούς τωρινούς Ἑλλαδίτες καί τήν χιλιοπονεμένη μας πατρίδα.
Τιμοῦμε ἐπετειακά τήν “τρελλή” ὁρμή τοῦ πανεθνικοῦ ἐκείνου ἡρωϊσμοῦ πού λαβώθηκε μέ τόσους νεκρούς καί τραυματίες, μά γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς δέν κατόρθωσε νά τήν ἀφήσει λωβή κι ἀνενέργητη ἡ συσπειρωμένη μανία τῶν… ὁμόδοξων ἐχθρῶν μας (ὀργάνων μιᾶς μεγαλομανοῦς ἐπεκτατικῆς “διαγραμμίσεως” μέχρι τή θάλασσα, οἰκονομικῶν καί τότε βλέψεων, σάν τήν τωρινή παγκοσμιοποίηση).
Οἱ ἥρωες μας (μέ τήν ψυχή στό στόμα μέχρι καί τά τελευταῖα δευτερόλεπτα τοῦ βίου) χαρίστηκαν στήν τωρινή μας πατρίδα.
Σέ λίγες μόλις ἡμέρες καί ὧρες, μιά ἐπανάληψη ἐκείνου τοῦ διαρκεστερου 1821. Καί χάρισαν ἀπό τή δική τους ἀδούλωτη ψυχή τήν ἐλευθερία στή Μακεδονία, στή Θεσσαλονίκη, σέ τοῦτο τό Κιλκίς πού σήμερα τό χαιρόμαστε ἀκμαῖο καί δημιουργικό ὅλοι μας.
Χύθηκαν ἐκεῖνοι μέ ἅλκιμη λιονταρίσια ὁρμή χωρίς νά λογαριάσουν σέ τίποτε τή ζωή τους, μέ πρωταθλητές κι ἐμψυχωτές καί θύματα τούς ἐπικεφαλῆς ἀξιωματικούς, ὅλοι τους ψυχωμένοι καί σύμψυχοι ὑπέρ πατρίδος.
Κι ἄφησαν τά κορμιά τους σπορά στή γῆ, γιά νά φυτρώνουμε ἐμεῖς ἐλεύθεροι κι ἀκμαῖοι τόσα χρόνια μέχρι σήμερα.
Εἶναι χαρακτηριστικά ἐκφραστικός ὁ λόγος ἑνός ἀπό τούς καταπληγωμένους γενναίους ἐκείνων τῶν χρόνων, σέ μᾶς τούς ἀχθοφόρους ἑνός ἐκσυγχρονισμοῦ ἐθνικῆς ἀβουλίας: «Ἄχ, νά εἶχα τώρα κι ἄλλο ἕνα σῶμα, νά βάλω τήν ψυχή μου καί νά συνεχίσω νά πολεμάω γιά τήν πατρίδα».
***

Φέτος, προσεκλήθη καί φιλοτίμως ἀποδέχθηκε τήν πρόσκλησή μας νά ἔλθει κοντά μας να συνεορτάσει τή μεγάλη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κρήνης κ. Κύριλλος μέ ἕδρα τό νησί τῆς Μάλτας, καθηγητής ὤν τοῦ ΕΚΠΑ.
Στόν Ἑσπερινό προέστη στόν ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος Πολυκάστρου μέ τόν οἰκεῖο Ἱεράρχη Σεβ. κ. Δημήτριο.
Ἀντελλάγησαν προσφωνήσεις καί ἀκολούθως ἡ ἑόρτια ὁμιλία τοῦ φιλοξενουμένου Ἱεράρχου.
Παρέστησαν ὁ Ὑφυπουργός Ψηφιακῆς Διακυβέρνησης κ. Γεώργιος Γεωργαντάς, ὁ Ἀντιπεριφερειάρχης Κιλκίς κ. Ἀνδρέας Βεργίδης, ὁ Δήμαρχος Παιονίας κ. Κωνσταντίνος Σιωνίδης, ὁ Διοικητής τῆς Π.Υ. Πύραρχος κ. Χρῆστος Γκαντίδης, ὁ Δκτής τοῦ Α.Τ. Πολυκάστρου κ. Ἀντώνιος Μπουζαλάς, ὁ τ. δήμαρχος καί ἐπικεφαλῆς τῆς μείζονος μειοψηφίας Δ.Σ. Παιονίας κ. Χρῆστος Γκουντενούδης καθώς καί οἱ πιστοί πού προσῆλθαν, τηρώντας τά ἐπιβαλλόμενα μέτρα.
Στή συνέχεια λιτανεύθηκε ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος στή σύντομη διαδρομή πού ἀκολουθήθηκε.

Ἀνήμερα ὁ μέν, ὡς ἐπιτόπιος Ἱεράρχης προέστη τῆς θείας λειτουργίας στόν ὡς ἄνω ἱερό ναό, ὁ δέ Σεβ. Κρήνης τῆς θείας λειτουργίας στό μητροπολιτικό ναό τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ στό Κιλκίς.
Προέστη ἐπίσης τῆς Δοξολογίας, ὅπου παραβρέθηκαν ὅλες οἱ ἀρχές τοῦ Κιλκίς καθώς καί τῆς Ἐπαρχίας Παιονίας, ὅπως καί οἱ σημαιοφόροι τῶν Σχολείων, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Σωματείων καί τῶν Συλλόγων.
Ἐν συνεχείᾳ οἱ δύο Ἱεράρχες μετέβησαν στό Ἠρῶο τῶν πεσόντων στή μάχη τοῦ Κιλκίς, ὅπου ἐτέλεσαν Ἐπιμνημόσυνη Δέηση καί κατατέθηκαν στεφάνια ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, τῶν σωματείων καί συλλόγων τοῦ Νομοῦ.
†Ὁ Γουμενίσσης Δημήτριος
Τοποτηρητής Πολυανῆς & Κιλκισίου
ἀπό ψυχῆς μνημονεύων τῶν ἡρώων μας
ἐγκάρδιος εὐχέτης ὅλων